Αρθρογράφος του «Kουλουριού» ανέλαβε να φέρει εις πέρας τη σύνταξη αυτού του άρθρου, χωρίς να αναλογιστεί τα επίπεδα της βαρεμάρας που θα τον έπιανε όταν ξεκινούσε να το γράφει στις 21:02 το βράδυ της Τρίτης 24 Νοεμβρίου 2015.
Καθισμένος στον καναπέ με τον υπολογιστή στην κοιλιά και τα πόδια του σε τραπεζάκι ΙΚΕΑ, που έκαναν τις λευκές του κάλτσες να μοιάζουν με τα γάντια μιας κυρίας, ξεκίνησε να γράφει ένα κείμενο χωρίς νόημα, κυρίως για να μην απογοητεύσει τον αρχισυντάκτη του «Κουλουριού» που του είχε δείξει τόση εμπιστοσύνη δίδοντάς του την ευκαιρία να γράψει ένα άρθρο στην πρωτοποριακή ελληνική ηλεκτρονική εφημερίδα.
Ο Αρχισυντάκτης ήταν ένας καλοσυνάτος άνθρωπος με μάτια που πέταγαν σπίθες. Αυτά τα μάτια ήταν που ενέπνευσαν τον βαρεμένο μας συντάκτη να γράψει αυτό το άρθρο σε μορφή δοκιμίου, που ορίζεται ως πεζό κείμενο περιορισμένης συνήθως εκτάσεως, που πραγματεύεται συγκεκριμένο θέμα χωρίς να το εξαντλεί. Με ένα διάλειμμα για να πλύνει τα δόντια του και να φάει λίγο τυρί, ο αρθρογράφος αποφάσισε τελικά να κλέψει μερικές γραμμές από ένα τραγούδι και να τις παραθέσει προς τέρψη των αγαπημένων του αναγνωστών:
«Ταξίδευες κυνηγημένη από τη μοίρα σου
για την κατάλευκη μα πένθιμη Ελβετία
πάντα στο ντεκ σε μια σεζ λονγκ πεσμένη κάτωχρη
απ’ τη γνωστή και θλιβερότατην αιτία
Πάντοτε ανήσυχα οι δικοί σου σε τριγύριζαν
μα εσύ κοιτάζοντας τα μάκρη αδιαφορούσες
σ’ ό,τι σου λέγαν πικρογέλαγες γιατί ένιωθες
πως για τη χώρα του θανάτου οδοιπορούσες».
Πληροφορίες από πηγές που πρόσκεινται στον εν λόγω αρθρογράφο επιβεβαιώνουν πως η βαρεμάρα του δεν θα έχει κανένα αντίκτυπο στην επισκεψιμότητα του «Κουλουριού», καθώς κανένας δεν διαβάζει το περιεχόμενο των άρθρων, ούτως ή άλλως.
Απόψεις
Οι αλιείς, με το δίκιο τους οι άνθρωποι, με ρώτησαν: έχεις λαγοκέφαλο; Έχω λαγοκέφαλο. Έχει ουρά; Έχεις λαγοκέφαλο, απάντησα κι εγώ στο τέλος. Η σκέψη δεν έφυγε από το μυαλό μου, συνεχίζει να με απασχολεί μέχρι και τώρα. Έχω λαγοκέφαλο; Έχεις λαγοκέφαλο. Έχει αυτιά; Έχω λαγοκέφαλο;