Βγαίνει τώρα το γατάκι ο Αμβρόσιος και με αφορίζει. Ποια, εμένα; Εγώ σεβάσμιε γέροντα, αν ήξερες πώς περνάω τις ώρες μου εκτός του Υπουργείου, θα είχα αφοριστεί χρόνια τώρα.
Εμένα η θεία μου κοινωνία είναι η σκέτη βότκα, η ολονυκτία μου είναι το παρτάρισμα, οι ύμνοι είναι τα house κομμάτια των '90s και το αντίδωρο είναι τα λεμόνια και το αλάτι στα σφηνάκια που παίρνω. Μόνο εγώ μπορώ να με αφορίσω, με τις χορευτικές μου κινήσεις πάνω στην πίστα.
Η θεία λειτουργία για μένα, είναι η ουρά για το μπαρ και τις Κυριακές το πρωί, συνήθως γυρνάω σπίτι από την Παρασκευή το βράδυ, οπότε δεν έχω χρόνο για να κοινωνήσω. Αν έρθεις για ένα ξέφρενο παρτάρισμα μαζί μου, θα αλλάξεις σύντομα γνώμη για μένα και όχι μόνο δεν θα με αφορίσεις, αλλά θα με παρακαλάς να έρθω στον ναό μπας και περάσει λίγο καλά το ποίμνιό σου.
Τα λέγαμε Αμβρόσιε, πάω να πιω τώρα.
Απόψεις
Οι αλιείς, με το δίκιο τους οι άνθρωποι, με ρώτησαν: έχεις λαγοκέφαλο; Έχω λαγοκέφαλο. Έχει ουρά; Έχεις λαγοκέφαλο, απάντησα κι εγώ στο τέλος. Η σκέψη δεν έφυγε από το μυαλό μου, συνεχίζει να με απασχολεί μέχρι και τώρα. Έχω λαγοκέφαλο; Έχεις λαγοκέφαλο. Έχει αυτιά; Έχω λαγοκέφαλο;